Sunday, October 02, 2011

Τι είναι η χρεοκοπία και πώς μπαίνει στη ζωή μας


Τι είναι η χρεοκοπία και πώς μπαίνει στη ζωή μας

Η λέξη χρεοκοπία έχει πάψει από καιρό να αποτελεί ταμπού αλλά η πολλή συζήτηση γύρω από αυτή δεν έχει κάνει απαραίτητα ούτε την ίδια πιο κατανοητή ούτε τις συνέπειες πιο σαφείς. Μια συζήτηση με τον Σπύρο Λαπατσιώρα επιχειρεί να μας εξηγήσει αυτήν την πλευρά της κρίσης, προκειμένου να αντιμετωπίσουμε πιο αποτελεσματικά τις συνέπειές της.

Τη συνέντευξη πήρε
ο Π. Κλαυδιανός

Ο όρος «χρεοκοπία» είναι πλέον στις καθημερινές συζητήσεις. Εκτός από το τρομακτικό βάρος του, κουβαλάει, όμως, και πολλή σύγχυση.

Καταρχάς να σημειώσουμε ότι ο αγγλικός όρος «default» που χρησιμοποιείται στο εξωτερικό για την περίπτωση της Ελλάδας, δεν σημαίνει αυτό που σημαίνει ο όρος «χρεοκοπία» στα ελληνικά με τον οποίο έχουμε συνηθίσει να τον μεταφράζουμε. Ο όρος «bankruptcy» σημαίνει χρεοκοπία, πτώχευση με συμπαραδηλούμενα την εικόνα του λουκέτου σε μία τράπεζα, επιχείρηση κλπ. Το default θα μεταφραζόταν καλύτερα ως «αθέτηση χρεωστικών υποχρεώσεων» και επειδή τα κράτη δε βάζουν λουκέτο, το default της Ελλάδας έχει ένα εντελώς διαφορετικό νόημα από τη «χρεοκοπία» της Ελλάδας. Με αυτήν την επισήμανση, θα ακολουθήσουμε την πεπατημένη και θα αναφερόμαστε σε «χρεοκοπία».
Χρεοκοπία, αθέτηση χρεωστικών υποχρεώσεων, λοιπόν λέμε ότι συμβαίνει όταν μία κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι αδυνατεί να πληρώσει κάποια ομόλογα ή δάνεια, τα οποία λήγουν και πρέπει να εξοφληθούν. Μετά τη χρεοκοπία ακολουθεί η διαπραγμάτευση με τους δανειστές για το πώς, πότε θα πληρωθούν τα χρωστούμενα (τμήματος ή όλου του υπάρχοντος χρέους) και, προπάντων, πόσο. Για παράδειγμα, μπορεί να συμφωνηθεί να πληρωθούν σε 30 χρόνια τα μισά λεφτά από αυτά που δικαιούνταν, με την έκδοση κάποιων νέων ομολόγων που θα διέπονται από τις τάδε και τάδε λεπτομέρειες (νομικό πλαίσιο, εγγυήσεις, επιτόκια, ημερομηνίες πληρωμής τόκων κ.λπ.).


Ποιο κίνητρο έχουν οι δανειστές για μια τέτοια ρύθμιση;

Το κίνητρο των δανειστών να αποδεχθούν τέτοιες απώλειες είναι το «καλύτερα από το τίποτα» σταθμίζοντας επίσης την μακρόχρονη, ακριβή και πιθανότατα ατελέσφορη εμμονή στη διεκδίκηση των χρωστούμενων. Αυτό το γεγονός, στη τρέχουσα συζήτηση, περιγράφεται ως «άτακτη χρεοκοπία», για να διακριθεί από τη διαμορφωθείσα «λύση» που έχει συμφωνηθεί για το ομολογιακό χρέος του ελληνικού δημοσίου και είναι η «ελεγχόμενη» ή «συντεταγμένη» χρεοκοπία. Να σημειώσουμε παρεκβαίνοντας ότι οι συνέπειες μιας χρεοκοπίας δεν εκδηλώνονται μετά την ανακοίνωση της, αλλά πιο πριν, όταν αρχίζει να καθίσταται αναμενόμενη μία τέτοια ανακοίνωση.


Γιατί προτάσσεται η «ελεγχόμενη» χρεοκοπία;

Η ελεγχόμενη χρεοκοπία είναι η συμφωνημένη διαδικασία διαπραγμάτευσης μεταξύ των δανειστών και του δανειζομένου για τα χρέη που υπάρχουν, χωρίς και πριν ο τελευταίος οδηγηθεί σε δημόσια ανακοίνωση ότι αδυνατεί να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις που έχει. Αυτό που οδηγεί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, είναι η διαπίστωση ότι ο δανειζόμενος δεν μπορεί να πληρώσει το χρέος που λήγει στις καθορισμένες ημερομηνίες. Τα κίνητρα που μπορούν να οδηγήσουν τους δανειστές στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων είναι πολλαπλά. Για παράδειγμα η προοπτική να κατέχουν καινούργια ομόλογα που μπορούν να παίζονται στα χρηματιστήρια και να «γεννάνε» χρήματα, αντί να κάθονται στα συρτάρια επειδή δεν τα δέχεται κανείς καθώς έχει προεξοφληθεί η ανακοίνωση αδυναμίας αποπληρωμής του δανειζομένου, φαίνεται πιο ελκυστική.
Αυτό που έχει συμφωνηθεί για την περίπτωση του ελληνικού δημοσίου, είναι μία διαδικασία ελεγχόμενης χρεοκοπίας, εντός ευρωζώνης και χωρίς να υπάρξει κίνδυνος για τις καταθέσεις στις ελληνικές τράπεζες (λόγω της υποστήριξης που θα έχουν από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το EFSF, και το πρόγραμμα έκτακτης ρευστότητας της Τράπεζας της Ελλάδας). Πριν εξετάσουμε τη διαδικασία αυτή χρειάζεται μια διευκρίνιση. Ακόμη και η περίπτωση της άτακτης χρεοκοπίας, για παράδειγμα να μη δώσει καμία επόμενη δόση η τρόικα, δεν συνεπάγεται αναγκαία την έξοδο από το εθνικό νόμισμα που είναι το ευρώ. Παρά τη βίαιη προσαρμογή των ελλειμμάτων που συνεπάγεται κάτι τέτοιο, το ζήτημα αρχίζει και τίθεται με αναγκαίο τρόπο αν η ΕΚΤ διακόψει τη χρηματοδότηση των ελληνικών τραπεζών και εμποδίσει την Τράπεζα της Ελλάδας να συνεχίσει το πρόγραμμα έκτακτης ρευστότητας. Λόγω των συνεπειών που θα έχει ένα τέτοιο ενδεχόμενο, όχι αυτών που θα αφορούν την ελληνική οικονομία και κοινωνία αλλά κυρίως το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα, οι ακραίες συντηρητικές φωνές που προτρέπουν την επιβολή εξόδου της Ελλάδας από την ευρωζώνη, παραμένουν μειοψηφικές στους ηγεμονικούς κύκλους.


Στην περίπτωση της Ελλάδας, πώς τίθεται το ζήτημα;

Στην περίπτωση του ομολογιακού χρέους του ελληνικού δημοσίου ο βασικός λόγος που θα οδηγήσει τους κατόχους ομολόγων του στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, είναι η απόφαση από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να υπάρξει μια τέτοια διαδικασία που θα έχει απώλειες για τις τράπεζες και τα ασφαλιστικά ταμεία.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις οδηγούνται σε μια τέτοια απόφαση, όπως αναμενόταν αναμενόμενα όπως φαινόταν ήδη από την υπογραφή του Μνημονίου πριν ενάμιση χρόνο. Η πολιτική μείωσης των ελλειμμάτων του δημοσίου εν μέσω μέτριας ύφεσης το 2009 βαθαίνει την ύφεση, με αποτέλεσμα αύξηση των χρηματοδοτικών αναγκών και αυξανόμενες δυσκολίες εξυπηρέτησης του αυξανόμενου χρέους, μη επίτευξη των στόχων, αναπροσαρμογή των στόχων, δηλαδή το γνωστό φαύλο κύκλο.
Επίσης αναμενόμενο είναι ότι οδηγούνται σε μια απόφαση αύξησης του κουρέματος μετά τη συμφωνία της 21ης Ιουλίου για κούρεμα 21%. Αφενός μεν επειδή δεν προκύπτει, τελικά, ουσιαστική μείωση του χρέους (διάφοροι αναλυτές υπολογίζουν ότι το πραγματικό κούρεμα θα είναι της τάξης του 5%-7%), αφετέρου, επειδή, όταν οι ξένες τράπεζες ήδη από πέρυσι δηλώνουν ότι το κούρεμα πρέπει να είναι της τάξης του 50% τουλάχιστον, έχει προεξοφληθεί από τις αγορές ότι αυτή η συμφωνία είναι ανεπαρκής για να καταστήσει βιώσιμο το χρέος του ελληνικού δημοσίου.
Γενικότερα, όσο δεν ρυθμίζεται το πρόβλημα της βιωσιμότητας του χρέους του ελληνικού δημοσίου, ο συνδυασμός ύφεσης -ή στην καλύτερη περίπτωση μελλοντικά αναιμικών ρυθμών μεγέθυνσης- και υψηλών επιτοκίων θα δημιουργεί δυσκολίες στις ευρωπαϊκές πολιτικές για μακρύ χρονικό διάστημα. Οι κύριες όψεις αυτών των δυσκολιών είναι δύο. Πρώτον, ο κίνδυνος μετάδοσης: άλλες χώρες, μέσω των χρηματιστηριακών αγορών, θα επηρεάζονται από τα ελληνικά τεκταινόμενα. Δεύτερον, το αναπόφευκτο δίλημμα που οδήγησαν οι πολιτικές της «εσωτερικής υποτίμησης»: είτε θα αναλάβουν τα υπόλοιπα κράτη μέλη τη χρηματοδότηση της Ελλάδας για μεγάλο χρονικό διάστημα, επί της ουσίας θα «αγοράσουν» όλο το ελληνικό δημόσιο χρέος, είτε θα γίνει διαγραφή τμήματος του χρέους και χρονική μετάθεση της λήξης του ώστε να μειωθούν οι ανάγκες χρηματοδότησης της Ελλάδας που πρέπει να αναλάβουν. Ελπίζοντας ότι υποκαθίστανται από μικρότερης έκτασης χρηματοδότηση για στήριξη της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών που θα έχουν απώλειες από το «κούρεμα». Φυσικά, το κούρεμα, η μετάθεση λήξης των ομολόγων και πιθανότατα νέα μικρότερα επιτόκια –ας μην προτρέχουμε, όμως, για τα αποτελέσματα της διαπραγμάτευσης– μειώνουν τις δαπάνες για τόκους και, επομένως, τα ελλείμματα και συνεπώς τις χρηματοδοτικές ανάγκες. Παίζει ρόλο για τις αποφάσεις αυτές και το ζήτημα της αποκατάστασης της εμπιστοσύνης των αγορών στο βιώσιμο του ελληνικού δημόσιου χρέους, αλλά εδώ τίθενται γενικότερα ζητήματα, που αφορούν την εμπιστοσύνη των αγορών στις ίδιες τις ευρωπαϊκές πολιτικές.


Φυσικά, το «κούρεμα» δεν έρχεται μόνο του…

Τα συμφωνηθέντα για την ελεγχόμενη χρεοκοπία, το «κούρεμα», δεν αφορούν μόνο αυτή. Περιλαμβάνουν, ως προϋπόθεση για να προχωρήσουμε σε επόμενη φάση, μέτρα μείωσης των μισθών-συντάξεων σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, απολύσεων, ιδιωτικοποιήσεων των δημοσίων αγαθών και γενικότερα νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων (οι δυσκολίες που προκαλούν στις μεταρρυθμίσεις τα αποτελέσματα της δημοκρατικής οργάνωσης, όπως το Σύνταγμα, θα έχουν την τιμητική τους το επόμενο διάστημα), νέα μνημόνια, πιο «άγρια» από το πρώτο και τις έμπρακτες δεσμεύσεις της κυβέρνησης ότι θα τα εφαρμόσει.
Με δεδομένο ότι μέχρι τις 16 Δεκεμβρίου δεν προβλέπεται λήξη κανενός ομολόγου/δανείου και επομένως δεν διακυβεύεται η άτακτη χρεοκοπία, η καθυστέρηση της επόμενης δόσης από την τρόικα είναι ένας αποτελεσματικός μηχανισμός, ώστε η κυβέρνηση να δεσμευτεί έμπρακτα: ή θα πάρει μέτρα εναντίον των εργαζομένων και των συνταξιούχων ή, υπό την απειλή των άδειων ταμείων, κάποια στιγμή στις επόμενες εβδομάδες θα ανακοινώσει, για παράδειγμα, ότι μισθοί και συντάξεις θα καταβληθούν κουτσουρεμένοι δείχνοντας σε ζωντανή σύνδεση την εικόνα άδειων ταμείων και θα επιχειρήσει την παγίωση της μείωσης.


Βρισκόμαστε, δηλαδή, μπροστά σε ένα σχέδιο, έστω «οιονεί σχέδιο».

Έχει ξεκινήσει η πρώτη φάση ενός σχεδίου κοινωνικής κατεδάφισης. Είναι αποτέλεσμα που έχει προαναγγελθεί. Η θεωρία της εσωτερικής υποτίμησης είχε ως στόχο τους μισθούς και τις συντάξεις. Θυμίζω επίσης τον εντυπωσιακό αριθμό στην 3η έκθεση του ΔΝΤ: το 2020 30,5% του ΑΕΠ δημόσιες δαπάνες, 32,5% το 2015, αριθμοί που τους συναντάμε σε κοινωνίες της Λατινικής Αμερικής, της Ανατολικής Ευρώπης, την Αίγυπτο... Είναι αποτέλεσμα της κυβερνητικής πολιτικής που αποφασίζει ότι δεν θα θίξει τα προνόμια του πλούτου και του κεφαλαίου για να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της παγκόσμιας κρίσης στα δημόσια οικονομικά – αλλά θα χρησιμοποιήσει τις συνέπειες αυτές ως όπλο απέναντι στον κόσμο της εργασίας, στην ελληνική κοινωνία.
Το ότι έπεσαν έξω στις προβλέψεις ήταν αναμενόμενο. Οι προβλέψεις απλά στηρίζονταν σε «πειραγμένα» νούμερα που έπαιρναν τον «καλύτερο των δυνατών κόσμων» ως δεδομένο, για να εξασφαλίσουν τεχνητά συναίνεση στην πολιτική αυτή. Άλλωστε, αποτελεί κοινή γνώση ότι έχουν σημαντικές αστοχίες οι προβλέψεις στα αντίστοιχα προγράμματα που στήριζε το ΔΝΤ.



Τίθενται, όμως, γενικότερα και επικίνδυνα ζητήματα μ’ αυτή την πολιτική.

Οι πολιτικές που ακολουθούνται έχουν οδηγήσει στην αμφισβήτηση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Γαλλίας, στην έναρξη της αμφισβήτησης για το αξιόχρεο της Ιταλίας και της Ισπανίας, γεγονότα που θέτουν σε δοκιμασία τη συνοχή της ευρωζώνης, για να αναφερθούμε μόνο σε βραχυπρόθεσμα ζητήματα. Δεν υπάρχει, ωστόσο, κάποια νομοτέλεια που οδηγεί στη διάλυση της ευρωζώνης ή στην έξοδο ενός κράτους μέλους από την ευρωζώνη. Ο κ. Σόιμπλε στη συνέντευξη του στους Financial Times στις 5/9 περιγράφει μια στρατηγική, η οποία δεν είναι ασύμβατη με τη διατήρηση της ευρωζώνης. Ορίζοντας το ευρωπαϊκό πρόβλημα ως πρόβλημα χρέους και ελλειμμάτων, ειδικά αν πάρουμε υπόψη τις πιέσεις που θα ασκεί σε αυτά το ασφαλιστικό σύστημα (συντάξεων και υγείας), βρίσκει το στόχο: μείωση των δαπανών. Τίμημα η ύφεση. Αλλά απαιτείται να υπάρχει δυσκολία χρηματοδότησης των κρατών μελών, ώστε να δεσμευτούν στην επίτευξη του στόχου, και γι’ αυτό κάθε σκέψη για εκτεταμένους μηχανισμούς αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών, δημιουργεί τον «ηθικό κίνδυνο» να παρεκκλίνουν οι κυβερνήσεις, λόγω πολιτικών δυσκολιών, από τη δέσμευση για επιδίωξη του στόχου. Πρόκειται, βέβαια, για ένα παιχνίδι με τη φωτιά.


Φωτιά, όμως, που μπορεί να γίνει και ανεξέλεγκτη...

Δοκιμάζονται κάθε φορά η ευελιξία και η αποτελεσματικότητα των μέσων που διαθέτουμε, αλλά τη στιγμή που αγγίζουμε μία κόκκινη γραμμή με στόχο να μην την περάσουμε, για παράδειγμα είτε οδηγώντας την ΕΚΤ να πάρει μέτρα που δεν θέλει, είτε να αλλάξουμε το EFSF, κ.λπ. Και τα μέτρα αποδεικνύονται αναγκαία μεν, αλλά κατόπιν εορτής. Ως αποτέλεσμα, οι συζητήσεις περί διάλυσης της ευρωζώνης θα μας απασχολούν και στη συνέχεια, επειδή οι συστημικοί κίνδυνοι, μέχρι να αποδεχθούν οι Ευρωπαίοι να εργάζονται μέχρι τα 70 χωρίς πολλά-πολλά δικαιώματα και απολαβές, θα συσσωρεύονται ως αναγκαίο αποτέλεσμα αυτής της στρατηγικής, με μεγάλη πιθανότητα να μακροημερεύσει τόσο αυτή η συζήτηση όσο και η ευρωζώνη.
Τα όρια αυτής της πολιτικής δεν έχουν να κάνουν με υποτιθέμενες «οικονομικές νομοτέλειες», αλλά με την ένταση της αμφισβήτησής της εκ μέρους των υποτελών τάξεων.

Συνέντευξη στην ΕΠΟΧΗ, Κυριακή 2 Οκτ. 2011

Sunday, September 11, 2011

Ποιο παρελθόν δείχνει το μέλλον;

Ποιο παρελθόν δείχνει το μέλλον;

Οι μελλοντικές εξελίξεις είναι αστάθμητες. Ωστόσο για την κατανόηση των διαδικασιών που εξελίσσονται στην ευρωζώνη χρησιμοποιούνται παρελθούσες διαδικασίες, τουλάχιστον ως οδηγός. Κατ’ αυτόν τον τρόπο διάφοροι συγκρίνουν την Ελλάδα με την Αργεντινή. Η Μ. Φέκτερ, υπουργός οικονομικών της Αυστρίας, έχει άλλον οδηγό: «…η Ελλάδα χρειάζεται περισσότερο χρόνο για τις μεταρρυθμίσεις, όπως συνέβη και με τις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ, όπου η αλλαγή διήρκεσε τουλάχιστον δέκα χρόνια» (Ναυτεμπορική, 5/9/2011).
Πρόκειται για εκπληκτική σύγκριση. Όχι τόσο λόγω της διάρκειας των τουλάχιστον δέκα χρόνων πολιτικών λιτότητας αλλά ως προς τη σύγκριση της Ελλάδας με τις χώρες του πρώην σοβιετικού μπλόκ. Αυτή η σύγκριση έχει αρκετές συνεπαγωγές, χωρίς να συζητήσουμε για τις προϋποθέσεις της και τον προφανή βιασμό της λογικής και της ιστορίας.
Μία αφορά το πώς το πολιτικό προσωπικό του κόσμου του κεφαλαίου σκέφτεται για τα γεγονότα που παράγουν αυτές οι πολιτικές για την περίπτωση της Ελλάδας. Προεξοφλείται, με θετικό πρόσημο, μία κοινωνική κατάρρευση σε όλα τα επίπεδα: ανεργία, μισθοί, κοινωνικές υποδομές, ασφάλιση και υγεία· εν ολίγοις σχεδόν κατάργηση των κοινωνικών, οικονομικών δικαιωμάτων και σοβαρό περιορισμό των αντίστοιχων πολιτικών του κόσμου της εργασίας.
Αυτή η τοποθέτηση, περί «σοβιετικής οικονομίας» και ανάγκης «απο-σοβιετοποίησής» της, δίνει άλλη διάσταση στις δηλώσεις του εγχωρίου πολιτικού προσωπικού για την ελληνική οικονομία. Δεν πρόκειται μόνο για εκφράσεις ακραίων νεοφιλελεύθερων, όπως αυτών που διέπρεψαν στο καθεστώς του Πινοσέτ στη Χιλή. Μπορεί να σκεφτεί κανείς ότι η βάφτιση της ελληνικής οικονομίας αποτελεί ιδεολογικο-πολιτική συνέπεια των εφαρμοζόμενων πολιτικών. Όταν το καθήκον προστασίας του πλούτου από τις συνέπειες της κρίσης απαιτεί τη συντριβή του κόσμου της εργασίας, των μορφών και των ιδεών της κοινωνικής αλληλεγγύης, τότε ο αξιοπρεπής μισθός, τα εργατικά δικαιώματα, οι δημόσιες υποδομές και πολλά άλλα, ων ουκ έστιν αριθμός, είναι «σοβιετικά», τα οποία πρέπει να μεταρρυθμιστούν. Κατά τούτο, επειδή τα δυνατά «κοινωνικά συμβόλαια», δεν περιλαμβάνουν τις υποτελείς τάξεις, γίνεται προσπάθεια διαμόρφωσης μιας κοινωνικής συμμαχίας που να αναγνωρίζεται στην περιφρόνηση της δημοκρατίας και του συντάγματος, στη λατρεία των επιχειρηματικών συμφερόντων, που θα «σώσουν τη χώρα», και στην αναγόρευση ως «εχθρού του λαού» των δικαιωμάτων των εργαζομένων – «πάνω απ’ όλα η τάξη».
Ωστόσο αυτή η δήλωση αποκαλύπτει επίσης ότι απλώς δεν ενδιαφέρει η ύφεση και η ανεργία τους ασκούντες πολιτικές σήμερα. Η ύφεση δεν φοβίζει, είναι το αναγκαίο τίμημα –και φυσικά όπλο– για την επίτευξη του στόχου της «εσωτερικής» υποτίμησης, όπως παραδειγματικά ενσαρκώνεται σήμερα στο κοινωνικό και οικονομικό καθεστώς αυτών των χωρών, ενώ η άνοδος των εθνικισμών που βίωσαν οι πρώην ανατολικές χώρες μάλλον θα θεωρείται παράπλευρη διαχειρίσιμη απώλεια όταν δεν αποτελεί μέσο στοίχισης στο «συμφέρον της πατρίδας».
Δεν αποτελεί φυσικά μία μεμονωμένη δήλωση. Ο Σόιμπλε, ο υπουργός οικονομικών της Γερμανίας, σε σημαντικό άρθρο με τίτλο «Γιατί η λιτότητα είναι η μόνη θεραπευτική αγωγή για την ευρωζώνη»  (Financial Times, 5/9/2011) δίνει και το ιδεολογικό υπόβαθρο αυτών των δηλώσεων –χωρίς να αναφέρεται στο παράδειγμα μετάβασης των χωρών του πρώην σοβιετικού μπλόκ.
Μετά την παγκόσμια αναταραχή των χρηματιστηρίων τον Αύγουστο και εν μέσω προβλέψεων ακόμη και για ύφεση στις ανεπτυγμένες δυτικές κοινωνίες, η οποία αποδίδεται στις πολιτικές λιτότητας, απορρίπτει κάθε ιδέα για δημοσιονομικές πολιτικές ενάντια στην ύφεση και για μείωση της ανεργίας. Φυσικά υποστηρίζει αυτό που λανσάρεται εσχάτως και στην Ελλάδα, ότι για την κρίση δεν φταίνε οι πολιτικές λιτότητας αλλά το χρέος, ψέγοντας ακόμη και τους ομοϊδεάτες του οικονομολόγους και αναλυτές σε διεθνείς οργανισμούς, οι οποίοι παράγουν με «ορθόδοξα»-νεοφιλελεύθερα εργαλεία εμπειρικά ευρήματα γι’ αυτό το γεγονός.
Ο Σόιμπλε τονίζει ότι πρέπει να έχουμε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Η τρέχουσα κατάσταση στην Ευρωζώνη, η ανυπαρξία δημοσιονομικών δομών και ενιαίων μηχανισμών αντιμετώπισης του χρέους αποτελεί κίνητρο ώστε να αναγκαστούν τα κράτη μέλη να προχωρήσουν στον δρόμο της «αποσοβιετικοποίησης» της Ευρώπης -για παράδειγμα η Ιταλία και η Γαλλία. Αυτός ο δρόμος, παρά το ότι θα είναι πολιτικά επώδυνος και μακρύς, παρά την οικονομική ύφεση και τη μείωση της εσωτερικής ζήτησης που συνεπάγεται υπόσχεται περισσότερα για το κεφάλαιο από πολιτικές που θα επιχειρήσουν να περιορίσουν την ανεργία και να ανακουφίσουν τις κοινωνίες. (Να σημειώσουμε ότι αυτή η παραδοχή έρχεται σε αντίθεση με το προηγούμενο επιχείρημα, ότι δεν φταίνε οι πολιτικές λιτότητας για την ύφεση, καθιστώντας το απλά προτροπή για ενεργοποίηση των κατάλληλων μηχανισμών αυτολογοκρισίας στην παρουσίαση των αποτελεσμάτων). Με άλλα λόγια, στους συνδαιτυμόνες των G7 σήμερα και των G20 αργότερα, θέτει ένα ερώτημα: τι είναι μία παγκόσμια ύφεση και μερικές χροκοπίες μπροστά στη δυνατότητα θεσμικής κατάργησης των κοινωνικών-οικονομικών και πολιτικών δικαιωμάτων του κόσμου της εργασίας;

Δημοσιεύτηκε στην ΑΥΓΗ, στήλη ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ την Κυριακή, 11 Σεπ. 2011

Friday, August 26, 2011

Οι ακολουθούμενες πολιτικές φλερτάρουν με μια κρίση τύπου 1930...

Οι ακολουθούμενες πολιτικές φλερτάρουν 
με μια κρίση τύπου 1930...

Η αμφισβήτηση του αξιόχρεου της Ιταλίας και της Ισπανίας, μέσω της ανόδου των επιτοκίων των ομολόγων και η συζητούμενη (και εν πολλοίς αναμενόμενη) υποβάθμιση της πιστωτικής αξιοπιστίας της Γαλλίας αποτελούν αφενός μεν, αναμενόμενα αποτελέσματα της στρατηγικής διαχείρισης της κρίσης που ακολουθείται στην ευρωζώνη, αφετέρου δε, γεγονότα που δείχνουν τα όρια της υλοποίησης αυτής της στρατηγικής. Πλέον καθίσταται ορατό ότι οι ακολουθούμενες πολιτικές φλερτάρουν με μία παγκόσμια κρίση τύπου 1930 ψηλαφώντας τα κατώφλια έναρξής της.
Το ερώτημα που δημιουργείται από αυτό τον κίνδυνο και από το γεγονός ότι ο τρόπος παραγωγής αποφάσεων στην ευρωζώνη ακολουθεί το πρότυπο: πιστωτικά γεγονότα στις αγορές χρέους – Σύνοδος Κορυφής η οποία δεν αντιμετωπίζει το κύριο ζήτημα αλλά δευτερεύουσες πλευρές, υιοθετώντας μέτρα τα οποία αποκηρύσσονταν προηγουμένως – αμφισβήτηση αυτών των αποφάσεων από τις αγορές, είναι αν οι διαμορφωτές πολιτικής στην Ευρώπη καταλαβαίνουν την κατάσταση ή αν δεν θέλουν να κάνουν ό,τι γνωρίζουν πως πρέπει.
Αν σκεφτούμε λίγο οριακά καταλήγουμε σε μία παραλλαγή του δεύτερου σκέλους. Δεν είναι πρώτο θέμα στην ατζέντα η κρίση δημόσιου χρέους. Είναι αναμενόμενη, επιθυμητή μέσα σε ορισμένα όρια και πιστεύουν ότι αν γίνει απειλητική για την αναπαραγωγή του συστήματος έχουν τα εργαλεία για να την αντιμετωπίσουν (εξώθηση της ΕΚΤ στις αγορές ομολόγων από τη δευτερογενή, την πρωτογενή αγορά, με ευρωομόλογο, με ένα άλλο EFSF χωρίς την απαίτηση της αξιολόγησης ΑΑΑ φερ’ ειπείν, με κουρέματα, με…). Πρώτο θέμα είναι η απόφαση ότι το κοινωνικό κράτος στην Ευρώπη, πρέπει να πάψει να «θυμίζει σοβιετικό κράτος», όπως δίδαξαν για τη δωρεάν και δημόσια παιδεία οι δικοί μας μανδαρίνοι. Για να γίνει αυτό, για να πειστούν για παράδειγμα οι Γάλλοι με τις υψηλότατες δημόσιες και κοινωνικές δαπάνες ή οι Γερμανοί να δουλεύουν μέχρι τα 70, πρέπει να υπάρχει η απειλή επώδυνων συνεπειών από την αμφισβήτηση του αξιόχρεου.
Αυτό το ρόλο τον παίζουν οι αγορές. Αποτελεί κοινή γνώση ότι με τους τρέχοντες ρυθμούς μεγέθυνσης των εισοδημάτων και την ανοδική τάση των επιτοκίων, τα διαθέσιμα εργαλεία των ελίτ για τη διαχείριση του αυξανόμενου δημόσιου χρέους είναι είτε η μείωση δημοσίων δαπανών (που δημιουργεί τάσεις ύφεσης και αύξησης του χρέους), είτε ο πληθωρισμός είτε η διαγραφή χρέους. Επιπρόσθετα γνωρίζουν ότι το τραπεζικό σύστημα στην Ευρώπη έχει πολλά προβλήματα. Επομένως, μπροστά στον κίνδυνο να χάσουν λεφτά αυξάνουν τα ασφάλιστρα κινδύνου και τα επιτόκια και δημιουργούν πίεση σταδιακά σε όλες τις χώρες (ας σκεφτούμε μόνο ότι με την υπάρχουσα μορφή του, το EFSF θα μπορούσε να οδηγήσει το χρέος της Γερμανίας σε τριψήφια νούμερα πολύ γρήγορα). Μία κίνηση που θα «κάλμαρε» τις αγορές θα ήταν για παράδειγμα μία εγγύηση από την ΕΚΤ για το υπάρχον χρέος όλων των χωρών της ευρωζώνης (όπως υποστηρίζει και ο Wyplosz). Αλλά στο σημερινό θεσμικό πλαίσιο λήψης αποφάσεων στην ευρωζώνη, μία τέτοια εγγύηση θα δημιουργούσε τον «ηθικό κίνδυνο» στις κυβερνήσεις να ενδίδουν στις πολιτικές αντιστάσεις και να μην προχωρούν στις συμφωνηθείσες μεταρρυθμίσεις που απαιτεί το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα.
Επομένως, επειδή ο μόνος τρόπος να «καλμάρουν» οι αγορές σήμερα είναι να καταστραφεί το όπλο που ωθεί στις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις, οι ηγέτες μας, παγιδευμένοι ανάμεσα στην ιδεοληψία (που επιτάσσει ο «αγνός» αγώνας μεταλλαγής των ευρωπαϊκών κοινωνιών) και τον πραγματισμό κάθε ηγεσίας που σέβεται το αστικό σύστημα, διαχειρίζονται την κατάσταση έτσι ώστε να κερδίζουν χρόνο για την υλοποίηση των κατάλληλων θεσμικών αλλαγών και να καλμάρουν τις αγορές όταν τα πράγματα ξεφεύγουν. Αυτή η «καθυστέρηση» απέναντι στα γεγονότα είναι το αναγκαίο αποτέλεσμα αυτής της στρατηγικής, που θέλει να στοιχηθεί το πολιτικό σύστημα στις ταξικές προτεραιότητές της.
Πίστη αποτελεί η πεποίθηση, που δε διαψεύδεται μέχρι στιγμής παρά τους κλυδωνισμούς που υφίσταται, ότι αν επιμείνουν σταθερά σε αυτή την πολιτική, ακόμη και με κόστος μία «μικρή» ύφεση (ενδεχομένως και παγκόσμια), η δεκαετία που έρχεται θα σημάνει μία Νέα Ευρώπη ηθικά αποδεκτή από το νεοφιλελευθερισμό, προπάντων ένα αλλαγμένο ασφαλιστικό σύστημα. Στην πορεία αυτή μερικά ατυχήματα θα πρέπει να τύχουν διαχείρισης: χρεωκοπημένες χώρες, υψηλή ανεργία, πιθανές εξεγέρσεις, χρεοκοπημένες τράπεζες, διαμάχες όπως η τρέχουσα με τις φιλανδικές εγγυήσεις που προκαλείται από το ίδιο το πνεύμα αυτής της πολιτικής  («ο χαμένος πληρώνει και τιμωρείται»), που θα δοκιμάσουν ακόμη και τη συνοχή της ευρωζώνης – αλλά αυτά δεν έχει ο καπιταλισμός; Πρόκειται για μία πολιτική που στηρίζεται στο ότι δε θα υπάρξουν πολιτικές αμφισβητήσεις αυτής της πορείας στις κοινωνίες της Ευρώπης και γι’ αυτό αποτελεί πολύ υψηλού ρίσκου πολιτική η οποία αντιμετωπίζει στην τρέχουσα υλοποίηση τα όριά της επί ποινή επιστροφής του φαντάσματος του 1930. Αλλά μπροστά στην υπόσχεση «αποσοβιετικοποίησης» της Ευρώπης και στην αυτοπεποίθηση που δημιουργείται από τις σχεδόν ανύπαρκτες κοινωνικές αντιστάσεις όλα αυτά τους φαίνονται ένα ρίσκο που αξίζει να αναλάβουν.

26/08/2011
Δημοσιεύτηκε στην ΑΥΓΗ, Κυριακή 28 Αυγ. 2011