Thursday, October 27, 2011

Έχει ανοίξει η εποχή των διαγραφών χρέους στον ανεπτυγμένο κόσμο

Έχει ανοίξει η εποχή των διαγραφών χρέους
στον ανεπτυγμένο κόσμο

Η κρίση δημοσίου χρέους που πλανιέται στην Ευρώπη, από την εκδήλωσή της στην Ελλάδα, δεν αποτελεί αιτία αλλά αποτέλεσμα της κρίσης του 2008 την οποία δημιούργησαν οι τράπεζες, μαζί και οι ευρωπαϊκές, «ζόμπι» πλέον που στηρίζονται στην κρατική ενίσχυση και στους μισθωτούς που την πληρώνουν.
Το «κούρεμα» του ελληνικού δημόσιου χρέους είναι αναγκαίο συνεπακόλουθο των πολιτικών του Μνημονίου που το κατέστησαν μη-βιώσιμο. Πολιτικές οι οποίες στηρίζονται στις ιδέες της μη-αλληλεγγύης (διεθνούς και εγχώριας) που χρησιμοποιούν τα ελλείμματα και την ύφεση που προκαλούν ή επιτείνουν ως όπλα με στόχο την υποτίμηση της εργασίας και την αποδόμηση του όποιου κοινωνικού κράτος.
Το δημόσιο χρέος δε θα γίνει βιώσιμο, μετά την υλοποίηση των αποφάσεων της 27/10, επειδή παραμένουν οι βασικές αιτίες που το προκαλούν. Η βιωσιμότητα δεν εξαρτάται μόνο από το μέγεθος του χρέους και επομένως του «κουρέματος» αλλά και από το αν δημιουργούνται εισοδήματα στην οικονομία (ρυθμοί μεγέθυνσης), το ύψος των επιτοκίων και από τη σχέση εσόδων-δαπανών.
Με βάση τις αποφάσεις που ανακοινώθηκαν – σημαντικές λεπτομέρειες δεν διευκρινίζονται – η ανεπαρκής διαγραφή 50% επί μόνο των ομολόγων που κατέχουν ιδιώτες (τράπεζες και ασφαλιστικά ταμεία), ύψους περίπου 100 δις., εξαιρώντας αυτά που κατέχονται από τις Κεντρικές Τράπεζες και τα δάνεια της τρόικα, με βάση του ανεπίσημους ακόμη υπολογισμούς του ΔΝΤ, θα μειώσει το δημόσιο χρέος στο 150% του ΑΕΠ για το 2012. Στη συνέχεια αν εξελιχθούν σύμφωνα με τις αισιόδοξες υποθέσεις που υιοθετούνται από το ΔΝΤ, θα προκύψει χρέος 120% του ΑΕΠ το 2020. Ωστόσο, επειδή το ΔΝΤ μόνιμα υποεκτιμά τις επιπτώσεις των υφεσιακών πολιτικών τίποτα δεν εγγυάται την επίτευξη αυτών των στόχων – το αντίθετο. Η αποκατάσταση της βιωσιμότητας όχι μόνο του χρέους αλλά και της ελληνικής κοινωνίας πλέον απαιτεί άλλες πολιτικές: Φορολόγηση του πλούτου και όχι των μισθωτών, δημόσιες δαπάνες για να τιθασευτεί η ανεργία, προσανατολισμό σε μορφές οργάνωσης της οικονομίας που βάζουν τις κοινωνικές ανάγκες πάνω από τα κέρδη. Αυτό είναι επείγον, τώρα: η ανεπίσημη έκθεση της Ε.Ε. διαπιστώνει ότι οι πολιτικές περιορισμού της εσωτερικής ζήτησης έχουν ήδη προκαλέσει μία μόνιμη καταστροφή παραγωγικών δυνατοτήτων.
Με δεδομένες τις ακολουθούμενες πολιτικές αντί για πολιτικές που να βασίζονται στις ιδέες της αλληλεγγύης, όσο μεγαλύτερη διαγραφή χρέους προκύψει τόσο καλύτερη επιλογή θα είναι επειδή θα αποτελεί αναγκαία συνθήκη (αλλά όχι ικανή – εξαρτάται από τις πολιτικές που ακολουθούνται) για να εξασθενεί η πίεση πάνω στους μισθούς και τις συντάξεις. Το «νέο Μνημόνιο» που θα έρθει προς ψήφιση, η νέα μακρόχρονη πολιτική επίθεσης στον κόσμο της εργασίας και το σκηνικό κοινωνικής ερήμωσης που θα ζήσει η Ελλάδα στα επόμενα έτη, δε θα έρθει επειδή «κουρευτήκαμε», αλλά επειδή αποτελεί συνέχεια των πολιτικών της εσωτερικής υποτίμησης.
Η προσπάθεια που κατέβαλλε, με όλα τα μέσα, το λόμπι των τραπεζιτών να πείσει ότι το καλύτερο κούρεμα είναι το μη-κούρεμα, δεν απηχεί κάποιο καημό για τις ανάγκες χρηματοδότησης της οικονομίας ούτε αφορά τις ιδέες της αλληλεγγύης απέναντι στα ασφαλιστικά ταμεία, τα αποθεματικά των οποίων αποτελούν ευκαιρίες προσόδων για τις τράπεζες και τα οποία πλήττονται συνεχώς, όχι μόνο από το «κούρεμα».. Το κούρεμα του ελληνικού χρέους σήμερα πλήττει τους κατόχους των τραπεζών. Και επιτέλους: τα ομόλογα βρέθηκαν στην κατοχή τους με κριτήριο τα υπερκέρδη που αποκόμιζαν από αυτά τα προηγούμενα χρόνια, λειτουργώντας ως κερδοσκοπικές επιχειρήσεις.
Με δεδομένες αυτές τις πολιτικές, το κούρεμα έπρεπε να είχε γίνει εξ’ αρχής και να είναι μεγάλο. Ας σκεφτούμε: με κούρεμα αντί 50% στο 60% της ονομαστικής αξίας των ομολόγων, το ΔΝΤ υπολογίζει επιπλέον μείωση του χρέους κατά 25δισ.περίπου, περισσότερα από τα χρήματα όλων των μέτρων του Μεσοπρόθεσμου ενώ συγχρόνως μειώνονται οι πληρωμές τόκων κατά 1,5 δις. κάθε χρόνο, όσες είναι οι απαιτήσεις μείωσης των μισθών και των συντάξεων στο Μεσοπρόθεσμο.
Τέλος, ειδικά για την Ελλάδα, οι όροι βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους περνάνε μέσα από την επιλογή της σχέσης εσόδων και δαπανών που θα μηδενίσει τα ελλείμματα και αποτελεί συνθήκη βιωσιμότητας του όποιου χρέους απομείνει. Το πραγματικό ερώτημα είναι: θα πληρώσουν οι πλούσιοι ώστε να έχουμε κοινωνικό κράτος ή δε θα πληρώσουν και θα οδηγηθούμε σε αποδόμησή του και κοινωνική ερημοποίηση;

27/10/2011
Δημοσιεύτηκε στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή, 30/10/2011

Wednesday, October 26, 2011

Καλό ή κακό το κούρεμα;

Καλό ή κακό το κούρεμα;

Το «κούρεμα» του ελληνικού δημόσιου χρέους είναι αναγκαίο συνεπακόλουθο των οικονομικών πολιτικών του Μνημονίου που κατέστησαν το ελληνικό δημόσιο χρέος μη-βιώσιμο. Πρόκειται για πολιτικές που χρησιμοποιούν την ύφεση και τα ελλείμματα ενάντια στο κοινωνικό κράτος και στον κόσμο της εργασίας, που στηρίζονται στις ιδέες της μη-αλληλεγγύης (διεθνούς και εγχώριας) με αποτέλεσμα την αναγκαία πλέον απόφαση της Συνόδου για μεγάλο «κούρεμα».
Το «κούρεμα», διαγραφή μέρους του χρέους, δεν συνεπάγεται ότι το χρέος θα καταστεί βιώσιμο. Η βιωσιμότητα δεν εξαρτάται μόνο από το μέγεθος χρέους αλλά και από το αν δημιουργούνται εισοδήματα στην οικονομία (ρυθμοί μεγέθυνσης), το ύψος των επιτοκίων και από τη σχέση εσόδων-δαπανών, εφόσον αφήσουμε τις συνθήκες αναχρηματοδότησης του χρέους στην άκρη. Ενα κούρεμα της τάξης του 60% στους ιδιώτες κατόχους ομολόγων, με βάση του υπολογισμούς του ΔΝΤ θα μειώσει το δημόσιο χρέος στο 140% του ΑΕΠ για το 2012. Αν όλα πάνε καλά, με τις σχετικά αισιόδοξες υποθέσεις που υιοθετούνται από το ΔΝΤ, θα έχουμε 110% χρέος το 2020.
Α) Ωστόσο, επειδή το ΔΝΤ ως τώρα μόνιμα υποεκτιμά τις επιπτώσεις των υφεσιακών πολιτικών που ακολουθούνται και επειδή πολύ εύκολα μπορούν να αλλάξουν οι παράμετροι που επηρεάζουν την πορεία του χρέους ακόμη και ένα 60% κούρεμα δεν εγγυάται τη βιωσιμότητα του χρέους. Η αποκατάσταση της βιωσιμότητας όχι μόνο του χρέους αλλά και της ελληνικής κοινωνίας (επειδή τίθεται εν αμφιβόλω η βιωσιμότητα της ελληνικής κοινωνίας με τις μνημονιακές πολιτικές) απαιτεί άλλες πολιτικές, όχι μόνο «κούρεμα»: πολιτική φορολόγησης του πλούτου και όχι των μισθωτών, δημόσιες δαπάνες για να τιθασεύει η ανεργία, προσανατολισμό σε μορφές οργάνωσης της οικονομίας που βάζουν τις κοινωνικές ανάγκες πάνω από τα κέρδη, εν ολίγοις τις προτάσεις της Αριστεράς.
B) Με δεδομένες τις ακολουθούμενες πολιτικές όσο μεγαλύτερο είναι το κούρεμα τόσο καλύτερη επιλογή θα αποτελεί. Μεγάλο κούρεμα σημαίνει λιγότερες πιέσεις για εξοικονόμηση χρημάτων από μισθούς, συντάξεις και κοινωνικά αγαθά στο νέο Μνημόνιο που θα ψηφιστεί. Το οποίο θα ψηφιστεί όχι επειδή κουρευόμαστε, αλλά επειδή θα ψηφιζόταν έτσι και αλλιώς ως συνέχεια των πολιτικών της εσωτερικής υποτίμησης. Το ότι αυτή η μείωση των πιέσεων μπορεί να μη περάσει στη κοινωνία είναι σχεδόν αναμενόμενο.
Γ) Με δεδομένες αυτές τις πολιτικές, το κούρεμα έπρεπε να είχε γίνει εξ’ αρχής. Ας σκεφτούμε: με κούρεμα αντί 50% στο 60% της ονομαστικής αξίας των ομολόγων, το ΔΝΤ υπολογίζει μείωση του χρέους κατά 25δισ.περίπου, περισσότερα από τα χρήματα όλων των μέτρων του Μεσοπρόθεσμου ενώ συγχρόνως μειώνονται οι πληρωμές τόκων κατά 1,5 δις. κάθε χρόνο που είναι οι απαιτήσεις μείωσης των μισθών και των συντάξεων στο Μεσοπρόθεσμο.
Δ) Οι επιπτώσεις που θα έχει ένα κούρεμα δεν αφορούν τις καταθέσεις ή την χρηματοδότηση των αναγκών της ελληνικής οικονομίας. Αφορούν το αν οι τραπεζίτες θα βάλουν το χέρι στην τσέπη για να στηρίξουν τις τράπεζές τους από τις απώλειες που θα έχουν (συνολικά 15δισ υπολογίζονται οι απώλειες στις ελληνικές τράπεζες σε ένα κούρεμα της τάξης του 50%) ή αν θα οδηγηθούν οι τράπεζες στην κρατικοποίηση. Ας θυμόμαστε ότι για τη Dexia διαγράφηκαν 90δις εν μία νυχτί χωρίς να σπαταληθεί το μελάνι που σπαταλιέται για το 1,5 δις που πρέπει να κοπεί από μισθούς για «να σωθεί η Ελλάδα».
Αφορούν τα ασφαλιστικά ταμεία, για τα οποία δεν υπάρχει καμία επίσημη συζήτηση, που πλήττονται από την εισφοροδιαφυγή, την ύφεση, τη χρήση των αποθεματικών τους στο χρηματιστηριακό παιχνίδι και την διαχείριση με γνώμονα το κριτήριο ότι «αφού θα ιδιωτικοποιηθεί που θα ιδιωτικοποιηθεί το σύστημα ασφάλισης τι τα θέλουμε τα υγιή ταμεία»; Αφορά μικροαποταμιευτές επίσης.
Ε) Τέλος, ειδικά για την Ελλάδα, οι όροι βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους περνάνε μέσα από την επιλογή της σχέσης εσόδων και δαπανών που θα μηδενίσει τα ελλείμματα: θα πληρώσουν οι πλούσιοι ώστε να έχουμε κοινωνικό κράτος ή δε θα πληρώσουν και θα οδηγηθούμε σε αποδόμησή του και κοινωνική ερημοποίηση;

Επιλογές που οδηγούν στην κοινωνική πόλωση και σύγκρουση δε παραπέμπουν σε τίποτα βιώσιμο. Η ιδέα της κοινωνικής και διεθνούς αλληλεγγύης είναι μία ιδέα που αντιστέκεται στον εξορκισμό της και επιστρέφει με όλες τις μορφές ενάντια στις απόπειρες διαγραφής της. Αυτό βιώνει και το πολιτικό προσωπικό της Ευρώπης συνολικά που βλέπει την αντίστασή της, μαζί με τους τραπεζίτες, ως εφιάλτη.

26/10/2011
Δημοσιεύτηκε στην ΑΥΓΗ, στήλη ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ την Πέμπτη, 27.10.2011

Sunday, October 02, 2011

Τι είναι η χρεοκοπία και πώς μπαίνει στη ζωή μας


Τι είναι η χρεοκοπία και πώς μπαίνει στη ζωή μας

Η λέξη χρεοκοπία έχει πάψει από καιρό να αποτελεί ταμπού αλλά η πολλή συζήτηση γύρω από αυτή δεν έχει κάνει απαραίτητα ούτε την ίδια πιο κατανοητή ούτε τις συνέπειες πιο σαφείς. Μια συζήτηση με τον Σπύρο Λαπατσιώρα επιχειρεί να μας εξηγήσει αυτήν την πλευρά της κρίσης, προκειμένου να αντιμετωπίσουμε πιο αποτελεσματικά τις συνέπειές της.

Τη συνέντευξη πήρε
ο Π. Κλαυδιανός

Ο όρος «χρεοκοπία» είναι πλέον στις καθημερινές συζητήσεις. Εκτός από το τρομακτικό βάρος του, κουβαλάει, όμως, και πολλή σύγχυση.

Καταρχάς να σημειώσουμε ότι ο αγγλικός όρος «default» που χρησιμοποιείται στο εξωτερικό για την περίπτωση της Ελλάδας, δεν σημαίνει αυτό που σημαίνει ο όρος «χρεοκοπία» στα ελληνικά με τον οποίο έχουμε συνηθίσει να τον μεταφράζουμε. Ο όρος «bankruptcy» σημαίνει χρεοκοπία, πτώχευση με συμπαραδηλούμενα την εικόνα του λουκέτου σε μία τράπεζα, επιχείρηση κλπ. Το default θα μεταφραζόταν καλύτερα ως «αθέτηση χρεωστικών υποχρεώσεων» και επειδή τα κράτη δε βάζουν λουκέτο, το default της Ελλάδας έχει ένα εντελώς διαφορετικό νόημα από τη «χρεοκοπία» της Ελλάδας. Με αυτήν την επισήμανση, θα ακολουθήσουμε την πεπατημένη και θα αναφερόμαστε σε «χρεοκοπία».
Χρεοκοπία, αθέτηση χρεωστικών υποχρεώσεων, λοιπόν λέμε ότι συμβαίνει όταν μία κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι αδυνατεί να πληρώσει κάποια ομόλογα ή δάνεια, τα οποία λήγουν και πρέπει να εξοφληθούν. Μετά τη χρεοκοπία ακολουθεί η διαπραγμάτευση με τους δανειστές για το πώς, πότε θα πληρωθούν τα χρωστούμενα (τμήματος ή όλου του υπάρχοντος χρέους) και, προπάντων, πόσο. Για παράδειγμα, μπορεί να συμφωνηθεί να πληρωθούν σε 30 χρόνια τα μισά λεφτά από αυτά που δικαιούνταν, με την έκδοση κάποιων νέων ομολόγων που θα διέπονται από τις τάδε και τάδε λεπτομέρειες (νομικό πλαίσιο, εγγυήσεις, επιτόκια, ημερομηνίες πληρωμής τόκων κ.λπ.).


Ποιο κίνητρο έχουν οι δανειστές για μια τέτοια ρύθμιση;

Το κίνητρο των δανειστών να αποδεχθούν τέτοιες απώλειες είναι το «καλύτερα από το τίποτα» σταθμίζοντας επίσης την μακρόχρονη, ακριβή και πιθανότατα ατελέσφορη εμμονή στη διεκδίκηση των χρωστούμενων. Αυτό το γεγονός, στη τρέχουσα συζήτηση, περιγράφεται ως «άτακτη χρεοκοπία», για να διακριθεί από τη διαμορφωθείσα «λύση» που έχει συμφωνηθεί για το ομολογιακό χρέος του ελληνικού δημοσίου και είναι η «ελεγχόμενη» ή «συντεταγμένη» χρεοκοπία. Να σημειώσουμε παρεκβαίνοντας ότι οι συνέπειες μιας χρεοκοπίας δεν εκδηλώνονται μετά την ανακοίνωση της, αλλά πιο πριν, όταν αρχίζει να καθίσταται αναμενόμενη μία τέτοια ανακοίνωση.


Γιατί προτάσσεται η «ελεγχόμενη» χρεοκοπία;

Η ελεγχόμενη χρεοκοπία είναι η συμφωνημένη διαδικασία διαπραγμάτευσης μεταξύ των δανειστών και του δανειζομένου για τα χρέη που υπάρχουν, χωρίς και πριν ο τελευταίος οδηγηθεί σε δημόσια ανακοίνωση ότι αδυνατεί να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις που έχει. Αυτό που οδηγεί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, είναι η διαπίστωση ότι ο δανειζόμενος δεν μπορεί να πληρώσει το χρέος που λήγει στις καθορισμένες ημερομηνίες. Τα κίνητρα που μπορούν να οδηγήσουν τους δανειστές στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων είναι πολλαπλά. Για παράδειγμα η προοπτική να κατέχουν καινούργια ομόλογα που μπορούν να παίζονται στα χρηματιστήρια και να «γεννάνε» χρήματα, αντί να κάθονται στα συρτάρια επειδή δεν τα δέχεται κανείς καθώς έχει προεξοφληθεί η ανακοίνωση αδυναμίας αποπληρωμής του δανειζομένου, φαίνεται πιο ελκυστική.
Αυτό που έχει συμφωνηθεί για την περίπτωση του ελληνικού δημοσίου, είναι μία διαδικασία ελεγχόμενης χρεοκοπίας, εντός ευρωζώνης και χωρίς να υπάρξει κίνδυνος για τις καταθέσεις στις ελληνικές τράπεζες (λόγω της υποστήριξης που θα έχουν από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το EFSF, και το πρόγραμμα έκτακτης ρευστότητας της Τράπεζας της Ελλάδας). Πριν εξετάσουμε τη διαδικασία αυτή χρειάζεται μια διευκρίνιση. Ακόμη και η περίπτωση της άτακτης χρεοκοπίας, για παράδειγμα να μη δώσει καμία επόμενη δόση η τρόικα, δεν συνεπάγεται αναγκαία την έξοδο από το εθνικό νόμισμα που είναι το ευρώ. Παρά τη βίαιη προσαρμογή των ελλειμμάτων που συνεπάγεται κάτι τέτοιο, το ζήτημα αρχίζει και τίθεται με αναγκαίο τρόπο αν η ΕΚΤ διακόψει τη χρηματοδότηση των ελληνικών τραπεζών και εμποδίσει την Τράπεζα της Ελλάδας να συνεχίσει το πρόγραμμα έκτακτης ρευστότητας. Λόγω των συνεπειών που θα έχει ένα τέτοιο ενδεχόμενο, όχι αυτών που θα αφορούν την ελληνική οικονομία και κοινωνία αλλά κυρίως το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα, οι ακραίες συντηρητικές φωνές που προτρέπουν την επιβολή εξόδου της Ελλάδας από την ευρωζώνη, παραμένουν μειοψηφικές στους ηγεμονικούς κύκλους.


Στην περίπτωση της Ελλάδας, πώς τίθεται το ζήτημα;

Στην περίπτωση του ομολογιακού χρέους του ελληνικού δημοσίου ο βασικός λόγος που θα οδηγήσει τους κατόχους ομολόγων του στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, είναι η απόφαση από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να υπάρξει μια τέτοια διαδικασία που θα έχει απώλειες για τις τράπεζες και τα ασφαλιστικά ταμεία.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις οδηγούνται σε μια τέτοια απόφαση, όπως αναμενόταν αναμενόμενα όπως φαινόταν ήδη από την υπογραφή του Μνημονίου πριν ενάμιση χρόνο. Η πολιτική μείωσης των ελλειμμάτων του δημοσίου εν μέσω μέτριας ύφεσης το 2009 βαθαίνει την ύφεση, με αποτέλεσμα αύξηση των χρηματοδοτικών αναγκών και αυξανόμενες δυσκολίες εξυπηρέτησης του αυξανόμενου χρέους, μη επίτευξη των στόχων, αναπροσαρμογή των στόχων, δηλαδή το γνωστό φαύλο κύκλο.
Επίσης αναμενόμενο είναι ότι οδηγούνται σε μια απόφαση αύξησης του κουρέματος μετά τη συμφωνία της 21ης Ιουλίου για κούρεμα 21%. Αφενός μεν επειδή δεν προκύπτει, τελικά, ουσιαστική μείωση του χρέους (διάφοροι αναλυτές υπολογίζουν ότι το πραγματικό κούρεμα θα είναι της τάξης του 5%-7%), αφετέρου, επειδή, όταν οι ξένες τράπεζες ήδη από πέρυσι δηλώνουν ότι το κούρεμα πρέπει να είναι της τάξης του 50% τουλάχιστον, έχει προεξοφληθεί από τις αγορές ότι αυτή η συμφωνία είναι ανεπαρκής για να καταστήσει βιώσιμο το χρέος του ελληνικού δημοσίου.
Γενικότερα, όσο δεν ρυθμίζεται το πρόβλημα της βιωσιμότητας του χρέους του ελληνικού δημοσίου, ο συνδυασμός ύφεσης -ή στην καλύτερη περίπτωση μελλοντικά αναιμικών ρυθμών μεγέθυνσης- και υψηλών επιτοκίων θα δημιουργεί δυσκολίες στις ευρωπαϊκές πολιτικές για μακρύ χρονικό διάστημα. Οι κύριες όψεις αυτών των δυσκολιών είναι δύο. Πρώτον, ο κίνδυνος μετάδοσης: άλλες χώρες, μέσω των χρηματιστηριακών αγορών, θα επηρεάζονται από τα ελληνικά τεκταινόμενα. Δεύτερον, το αναπόφευκτο δίλημμα που οδήγησαν οι πολιτικές της «εσωτερικής υποτίμησης»: είτε θα αναλάβουν τα υπόλοιπα κράτη μέλη τη χρηματοδότηση της Ελλάδας για μεγάλο χρονικό διάστημα, επί της ουσίας θα «αγοράσουν» όλο το ελληνικό δημόσιο χρέος, είτε θα γίνει διαγραφή τμήματος του χρέους και χρονική μετάθεση της λήξης του ώστε να μειωθούν οι ανάγκες χρηματοδότησης της Ελλάδας που πρέπει να αναλάβουν. Ελπίζοντας ότι υποκαθίστανται από μικρότερης έκτασης χρηματοδότηση για στήριξη της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών που θα έχουν απώλειες από το «κούρεμα». Φυσικά, το κούρεμα, η μετάθεση λήξης των ομολόγων και πιθανότατα νέα μικρότερα επιτόκια –ας μην προτρέχουμε, όμως, για τα αποτελέσματα της διαπραγμάτευσης– μειώνουν τις δαπάνες για τόκους και, επομένως, τα ελλείμματα και συνεπώς τις χρηματοδοτικές ανάγκες. Παίζει ρόλο για τις αποφάσεις αυτές και το ζήτημα της αποκατάστασης της εμπιστοσύνης των αγορών στο βιώσιμο του ελληνικού δημόσιου χρέους, αλλά εδώ τίθενται γενικότερα ζητήματα, που αφορούν την εμπιστοσύνη των αγορών στις ίδιες τις ευρωπαϊκές πολιτικές.


Φυσικά, το «κούρεμα» δεν έρχεται μόνο του…

Τα συμφωνηθέντα για την ελεγχόμενη χρεοκοπία, το «κούρεμα», δεν αφορούν μόνο αυτή. Περιλαμβάνουν, ως προϋπόθεση για να προχωρήσουμε σε επόμενη φάση, μέτρα μείωσης των μισθών-συντάξεων σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, απολύσεων, ιδιωτικοποιήσεων των δημοσίων αγαθών και γενικότερα νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων (οι δυσκολίες που προκαλούν στις μεταρρυθμίσεις τα αποτελέσματα της δημοκρατικής οργάνωσης, όπως το Σύνταγμα, θα έχουν την τιμητική τους το επόμενο διάστημα), νέα μνημόνια, πιο «άγρια» από το πρώτο και τις έμπρακτες δεσμεύσεις της κυβέρνησης ότι θα τα εφαρμόσει.
Με δεδομένο ότι μέχρι τις 16 Δεκεμβρίου δεν προβλέπεται λήξη κανενός ομολόγου/δανείου και επομένως δεν διακυβεύεται η άτακτη χρεοκοπία, η καθυστέρηση της επόμενης δόσης από την τρόικα είναι ένας αποτελεσματικός μηχανισμός, ώστε η κυβέρνηση να δεσμευτεί έμπρακτα: ή θα πάρει μέτρα εναντίον των εργαζομένων και των συνταξιούχων ή, υπό την απειλή των άδειων ταμείων, κάποια στιγμή στις επόμενες εβδομάδες θα ανακοινώσει, για παράδειγμα, ότι μισθοί και συντάξεις θα καταβληθούν κουτσουρεμένοι δείχνοντας σε ζωντανή σύνδεση την εικόνα άδειων ταμείων και θα επιχειρήσει την παγίωση της μείωσης.


Βρισκόμαστε, δηλαδή, μπροστά σε ένα σχέδιο, έστω «οιονεί σχέδιο».

Έχει ξεκινήσει η πρώτη φάση ενός σχεδίου κοινωνικής κατεδάφισης. Είναι αποτέλεσμα που έχει προαναγγελθεί. Η θεωρία της εσωτερικής υποτίμησης είχε ως στόχο τους μισθούς και τις συντάξεις. Θυμίζω επίσης τον εντυπωσιακό αριθμό στην 3η έκθεση του ΔΝΤ: το 2020 30,5% του ΑΕΠ δημόσιες δαπάνες, 32,5% το 2015, αριθμοί που τους συναντάμε σε κοινωνίες της Λατινικής Αμερικής, της Ανατολικής Ευρώπης, την Αίγυπτο... Είναι αποτέλεσμα της κυβερνητικής πολιτικής που αποφασίζει ότι δεν θα θίξει τα προνόμια του πλούτου και του κεφαλαίου για να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της παγκόσμιας κρίσης στα δημόσια οικονομικά – αλλά θα χρησιμοποιήσει τις συνέπειες αυτές ως όπλο απέναντι στον κόσμο της εργασίας, στην ελληνική κοινωνία.
Το ότι έπεσαν έξω στις προβλέψεις ήταν αναμενόμενο. Οι προβλέψεις απλά στηρίζονταν σε «πειραγμένα» νούμερα που έπαιρναν τον «καλύτερο των δυνατών κόσμων» ως δεδομένο, για να εξασφαλίσουν τεχνητά συναίνεση στην πολιτική αυτή. Άλλωστε, αποτελεί κοινή γνώση ότι έχουν σημαντικές αστοχίες οι προβλέψεις στα αντίστοιχα προγράμματα που στήριζε το ΔΝΤ.



Τίθενται, όμως, γενικότερα και επικίνδυνα ζητήματα μ’ αυτή την πολιτική.

Οι πολιτικές που ακολουθούνται έχουν οδηγήσει στην αμφισβήτηση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Γαλλίας, στην έναρξη της αμφισβήτησης για το αξιόχρεο της Ιταλίας και της Ισπανίας, γεγονότα που θέτουν σε δοκιμασία τη συνοχή της ευρωζώνης, για να αναφερθούμε μόνο σε βραχυπρόθεσμα ζητήματα. Δεν υπάρχει, ωστόσο, κάποια νομοτέλεια που οδηγεί στη διάλυση της ευρωζώνης ή στην έξοδο ενός κράτους μέλους από την ευρωζώνη. Ο κ. Σόιμπλε στη συνέντευξη του στους Financial Times στις 5/9 περιγράφει μια στρατηγική, η οποία δεν είναι ασύμβατη με τη διατήρηση της ευρωζώνης. Ορίζοντας το ευρωπαϊκό πρόβλημα ως πρόβλημα χρέους και ελλειμμάτων, ειδικά αν πάρουμε υπόψη τις πιέσεις που θα ασκεί σε αυτά το ασφαλιστικό σύστημα (συντάξεων και υγείας), βρίσκει το στόχο: μείωση των δαπανών. Τίμημα η ύφεση. Αλλά απαιτείται να υπάρχει δυσκολία χρηματοδότησης των κρατών μελών, ώστε να δεσμευτούν στην επίτευξη του στόχου, και γι’ αυτό κάθε σκέψη για εκτεταμένους μηχανισμούς αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών, δημιουργεί τον «ηθικό κίνδυνο» να παρεκκλίνουν οι κυβερνήσεις, λόγω πολιτικών δυσκολιών, από τη δέσμευση για επιδίωξη του στόχου. Πρόκειται, βέβαια, για ένα παιχνίδι με τη φωτιά.


Φωτιά, όμως, που μπορεί να γίνει και ανεξέλεγκτη...

Δοκιμάζονται κάθε φορά η ευελιξία και η αποτελεσματικότητα των μέσων που διαθέτουμε, αλλά τη στιγμή που αγγίζουμε μία κόκκινη γραμμή με στόχο να μην την περάσουμε, για παράδειγμα είτε οδηγώντας την ΕΚΤ να πάρει μέτρα που δεν θέλει, είτε να αλλάξουμε το EFSF, κ.λπ. Και τα μέτρα αποδεικνύονται αναγκαία μεν, αλλά κατόπιν εορτής. Ως αποτέλεσμα, οι συζητήσεις περί διάλυσης της ευρωζώνης θα μας απασχολούν και στη συνέχεια, επειδή οι συστημικοί κίνδυνοι, μέχρι να αποδεχθούν οι Ευρωπαίοι να εργάζονται μέχρι τα 70 χωρίς πολλά-πολλά δικαιώματα και απολαβές, θα συσσωρεύονται ως αναγκαίο αποτέλεσμα αυτής της στρατηγικής, με μεγάλη πιθανότητα να μακροημερεύσει τόσο αυτή η συζήτηση όσο και η ευρωζώνη.
Τα όρια αυτής της πολιτικής δεν έχουν να κάνουν με υποτιθέμενες «οικονομικές νομοτέλειες», αλλά με την ένταση της αμφισβήτησής της εκ μέρους των υποτελών τάξεων.

Συνέντευξη στην ΕΠΟΧΗ, Κυριακή 2 Οκτ. 2011

Sunday, September 11, 2011

Ποιο παρελθόν δείχνει το μέλλον;

Ποιο παρελθόν δείχνει το μέλλον;

Οι μελλοντικές εξελίξεις είναι αστάθμητες. Ωστόσο για την κατανόηση των διαδικασιών που εξελίσσονται στην ευρωζώνη χρησιμοποιούνται παρελθούσες διαδικασίες, τουλάχιστον ως οδηγός. Κατ’ αυτόν τον τρόπο διάφοροι συγκρίνουν την Ελλάδα με την Αργεντινή. Η Μ. Φέκτερ, υπουργός οικονομικών της Αυστρίας, έχει άλλον οδηγό: «…η Ελλάδα χρειάζεται περισσότερο χρόνο για τις μεταρρυθμίσεις, όπως συνέβη και με τις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ, όπου η αλλαγή διήρκεσε τουλάχιστον δέκα χρόνια» (Ναυτεμπορική, 5/9/2011).
Πρόκειται για εκπληκτική σύγκριση. Όχι τόσο λόγω της διάρκειας των τουλάχιστον δέκα χρόνων πολιτικών λιτότητας αλλά ως προς τη σύγκριση της Ελλάδας με τις χώρες του πρώην σοβιετικού μπλόκ. Αυτή η σύγκριση έχει αρκετές συνεπαγωγές, χωρίς να συζητήσουμε για τις προϋποθέσεις της και τον προφανή βιασμό της λογικής και της ιστορίας.
Μία αφορά το πώς το πολιτικό προσωπικό του κόσμου του κεφαλαίου σκέφτεται για τα γεγονότα που παράγουν αυτές οι πολιτικές για την περίπτωση της Ελλάδας. Προεξοφλείται, με θετικό πρόσημο, μία κοινωνική κατάρρευση σε όλα τα επίπεδα: ανεργία, μισθοί, κοινωνικές υποδομές, ασφάλιση και υγεία· εν ολίγοις σχεδόν κατάργηση των κοινωνικών, οικονομικών δικαιωμάτων και σοβαρό περιορισμό των αντίστοιχων πολιτικών του κόσμου της εργασίας.
Αυτή η τοποθέτηση, περί «σοβιετικής οικονομίας» και ανάγκης «απο-σοβιετοποίησής» της, δίνει άλλη διάσταση στις δηλώσεις του εγχωρίου πολιτικού προσωπικού για την ελληνική οικονομία. Δεν πρόκειται μόνο για εκφράσεις ακραίων νεοφιλελεύθερων, όπως αυτών που διέπρεψαν στο καθεστώς του Πινοσέτ στη Χιλή. Μπορεί να σκεφτεί κανείς ότι η βάφτιση της ελληνικής οικονομίας αποτελεί ιδεολογικο-πολιτική συνέπεια των εφαρμοζόμενων πολιτικών. Όταν το καθήκον προστασίας του πλούτου από τις συνέπειες της κρίσης απαιτεί τη συντριβή του κόσμου της εργασίας, των μορφών και των ιδεών της κοινωνικής αλληλεγγύης, τότε ο αξιοπρεπής μισθός, τα εργατικά δικαιώματα, οι δημόσιες υποδομές και πολλά άλλα, ων ουκ έστιν αριθμός, είναι «σοβιετικά», τα οποία πρέπει να μεταρρυθμιστούν. Κατά τούτο, επειδή τα δυνατά «κοινωνικά συμβόλαια», δεν περιλαμβάνουν τις υποτελείς τάξεις, γίνεται προσπάθεια διαμόρφωσης μιας κοινωνικής συμμαχίας που να αναγνωρίζεται στην περιφρόνηση της δημοκρατίας και του συντάγματος, στη λατρεία των επιχειρηματικών συμφερόντων, που θα «σώσουν τη χώρα», και στην αναγόρευση ως «εχθρού του λαού» των δικαιωμάτων των εργαζομένων – «πάνω απ’ όλα η τάξη».
Ωστόσο αυτή η δήλωση αποκαλύπτει επίσης ότι απλώς δεν ενδιαφέρει η ύφεση και η ανεργία τους ασκούντες πολιτικές σήμερα. Η ύφεση δεν φοβίζει, είναι το αναγκαίο τίμημα –και φυσικά όπλο– για την επίτευξη του στόχου της «εσωτερικής» υποτίμησης, όπως παραδειγματικά ενσαρκώνεται σήμερα στο κοινωνικό και οικονομικό καθεστώς αυτών των χωρών, ενώ η άνοδος των εθνικισμών που βίωσαν οι πρώην ανατολικές χώρες μάλλον θα θεωρείται παράπλευρη διαχειρίσιμη απώλεια όταν δεν αποτελεί μέσο στοίχισης στο «συμφέρον της πατρίδας».
Δεν αποτελεί φυσικά μία μεμονωμένη δήλωση. Ο Σόιμπλε, ο υπουργός οικονομικών της Γερμανίας, σε σημαντικό άρθρο με τίτλο «Γιατί η λιτότητα είναι η μόνη θεραπευτική αγωγή για την ευρωζώνη»  (Financial Times, 5/9/2011) δίνει και το ιδεολογικό υπόβαθρο αυτών των δηλώσεων –χωρίς να αναφέρεται στο παράδειγμα μετάβασης των χωρών του πρώην σοβιετικού μπλόκ.
Μετά την παγκόσμια αναταραχή των χρηματιστηρίων τον Αύγουστο και εν μέσω προβλέψεων ακόμη και για ύφεση στις ανεπτυγμένες δυτικές κοινωνίες, η οποία αποδίδεται στις πολιτικές λιτότητας, απορρίπτει κάθε ιδέα για δημοσιονομικές πολιτικές ενάντια στην ύφεση και για μείωση της ανεργίας. Φυσικά υποστηρίζει αυτό που λανσάρεται εσχάτως και στην Ελλάδα, ότι για την κρίση δεν φταίνε οι πολιτικές λιτότητας αλλά το χρέος, ψέγοντας ακόμη και τους ομοϊδεάτες του οικονομολόγους και αναλυτές σε διεθνείς οργανισμούς, οι οποίοι παράγουν με «ορθόδοξα»-νεοφιλελεύθερα εργαλεία εμπειρικά ευρήματα γι’ αυτό το γεγονός.
Ο Σόιμπλε τονίζει ότι πρέπει να έχουμε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Η τρέχουσα κατάσταση στην Ευρωζώνη, η ανυπαρξία δημοσιονομικών δομών και ενιαίων μηχανισμών αντιμετώπισης του χρέους αποτελεί κίνητρο ώστε να αναγκαστούν τα κράτη μέλη να προχωρήσουν στον δρόμο της «αποσοβιετικοποίησης» της Ευρώπης -για παράδειγμα η Ιταλία και η Γαλλία. Αυτός ο δρόμος, παρά το ότι θα είναι πολιτικά επώδυνος και μακρύς, παρά την οικονομική ύφεση και τη μείωση της εσωτερικής ζήτησης που συνεπάγεται υπόσχεται περισσότερα για το κεφάλαιο από πολιτικές που θα επιχειρήσουν να περιορίσουν την ανεργία και να ανακουφίσουν τις κοινωνίες. (Να σημειώσουμε ότι αυτή η παραδοχή έρχεται σε αντίθεση με το προηγούμενο επιχείρημα, ότι δεν φταίνε οι πολιτικές λιτότητας για την ύφεση, καθιστώντας το απλά προτροπή για ενεργοποίηση των κατάλληλων μηχανισμών αυτολογοκρισίας στην παρουσίαση των αποτελεσμάτων). Με άλλα λόγια, στους συνδαιτυμόνες των G7 σήμερα και των G20 αργότερα, θέτει ένα ερώτημα: τι είναι μία παγκόσμια ύφεση και μερικές χροκοπίες μπροστά στη δυνατότητα θεσμικής κατάργησης των κοινωνικών-οικονομικών και πολιτικών δικαιωμάτων του κόσμου της εργασίας;

Δημοσιεύτηκε στην ΑΥΓΗ, στήλη ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ την Κυριακή, 11 Σεπ. 2011